Με ιστορία 85 ετών, η κρητική εταιρεία κυριαρχεί στο νησί, ενώ πλέον κατακτά και την υπόλοιπη Ελλάδα, αλλά και το εξωτερικό.
Έχουμε ασχοληθεί ξανά με τα ποιοτικά, τοπικά αναψυκτικά από αυτήν εδώ τη στήλη. Και ήταν πάλι καλοκαίρι. Λογικό, αφού αυτή είναι η περίοδος του χρόνου που τα ζητάμε πιο συχνά και που –λόγω των διακοπών μας στους τόπους παραγωγής τους- τα βρίσκουμε και πιο εύκολα. Θυμηθείτε τις ιστορίες της ΕΨΑ και της Λουξ. Απολαυστικές, όπως και τα προϊόντα τους, με γεύση από την παλιά Ελλάδα του οράματος, αλλά και τη νέα Ελλάδα της εξειδίκευσης. Με άρωμα εξέλιξης και με δροσιά που έρχεται από το μέλλον. Επιχειρήσεις που όχι μόνο επιβιώνουν στην κρίση, αλλά θα βγουν από αυτήν πιο δυνατές.

Άλλη μια τέτοια περίπτωση, με εξίσου γεμάτη ιστορία και σπουδαία προϊόντα, είναι και το Γεράνι. Με χαρακτήρα τοπικό, χανιώτικο, και διάθεση εξωστρεφή, καταφέρνει να ανοίγεται σε καιρούς χαλεπούς και να χαρίζει την ποιοτική δροσιά των αναψυκτικών του σε όλη την Ελλάδα, αλλά και έξω από τα σύνορα της χώρας.

Η ιδέα του μετανάστη

Η ιστορία του είναι μεγάλη. 85 ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Σοφοκλής Αναγνωστάκης, επιστρέφοντας από την Αμερική, όπου είχε φύγει μετανάστης, άνοιξε ένα καφενείο στο χωριό του, το Γεράνι Κυδωνίας Χανίων. Το μαγαζί του βρισκόταν δίπλα στο σπίτι του και στην κοινή πίσω αυλή, ο παππούς Σοφοκλής, με την ευρηματικότητα του Έλληνα που ήθελε να διακριθεί σε κάτι καινούργιο και το κρητικό του μεράκι, χανόταν με τις ώρες, «μαγειρεύοντας» διάφορα συστατικά σε ένα καζάνι. Έφτιαχνε και δοκίμαζε αναψυκτικά, για να τα προσφέρει στους πελάτες του. Το 1928 μια λεμονάδα ή μια πορτοκαλάδα κάθε άλλο παρά διαδεδομένες γεύσεις ήταν. Για τους περισσότερους απ’ όσους περνούσαν από το Γεράνι, τα αναψυκτικά του παππού Σοφοκλή ήταν περισσότερο ένα φάρμακο, που έκανε καλό στην δυσπεψία, ή ένα πολυτελές, εξωτικό αφέψημα.

Από το καζάνι, με το μπρίκι, ο Σοφοκλής Αναγνωστάκης έβαζε λίγο χυμό μαζί με ζάχαρη σε γυάλινα μπουκάλια και στη συνέχεια, με τη βοήθεια μιας χειροκίνητης αντλίας, που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από μια ποδοκίνητη, γέμιζε το μπουκάλι με ανθρακούχο νερό. Για πάνω από μια δεκαετία, οι δημιουργίες του παππού Σοφοκλή είχαν γίνει αντικείμενο λατρείας από τους συγχωριανούς του, αλλά και τους κατοίκους των γύρω περιοχών, στους οποίους τα διένειμε ο ευρηματικός Κρητικός, φορτώνοντας κάθε πρωί του γαϊδουράκι του. Και ύστερα ήρθε ο πόλεμος…

Η μεταπολεμική εποχή

Όταν οι ναζί έφτασαν στο Γεράνι, διάλεξαν το σπίτι των Αναγνωστάκηδων, για να το μετατρέψουν στην «κομαντατούρ» της περιοχής. Οι Γερμανοί ανάγκασαν την οικογένεια του Σοφοκλή Αναγνωστάκη να φύγει τελείως από την πατρίδα της, σταματώντας –όπως μπορεί να καταλάβει κανείς- και όλες τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες. Ωστόσο, η περίοδος της Κατοχής έφερε απλά μια διακοπή και όχι το τέλος των αναψυκτικών Γεράνι.

Επιστρέφοντας στο χωριό του, μετά τον πόλεμο, και ψάχνοντας να βρει ένα τρόπο να ξαναρχίσει τη ζωή του, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο νεαρός τότε γιος του Σοφοκλή, αποφάσισε να στήσει από την αρχή την υποτυπώδη παραγωγική μονάδα του πατέρα του και να ξαναφτιάξει αναψυκτικά, δουλεύοντας παράλληλα και το καφενείο. Τα πάντα λειτούργησαν όπως και πριν. Αρχικά οι συγχωριανοί του, στη συνέχεια οι κάτοικοι των γύρω χωριών, στα οποία διένειμε με μεγάλη δυσκολία τα «μαγικά» του μπουκάλια, άρχισαν να αποθεώνουν τα προϊόντα του. Η ζήτηση όλο και αυξανόταν, οι ποσότητες που παρήγε ήταν όλο και μεγαλύτερες και –καθώς ο Μανώλης πια ωρίμαζε κι αυτό επιχειρηματικά- το 1966 πήρε τη μεγάλη απόφαση: Άφησε τη πίσω αυλή του σπιτιού του στο Γεράνι και αγόρασε ένα μεγαλύτερο χώρο στην πρωτεύουσα του νομού, τα Χανιά. Σκοπός του πια ήταν να παρασκευάζει μεγάλες ποσότητες αναψυκτικού και να τις διανέμει στην πόλη και στις γύρω περιοχές.

Η μεγάλη ανάπτυξη

H εταιρεία, μεγαλώνοντας με τις αρχές μιας οικογενειακής επιχείρησης, δεν άργησε να εκτοξεύσει τις πωλήσεις της. Το 1987 μετακόμισε ξανά, αφού είχε πια αυξήσει τόσο πολύ την παραγωγή της που πάλι δεν την χωρούσε το εργοστάσιό της. Οι νέες εγκαταστάσεις, όπου στεγάζεται μέχρι και σήμερα, βρίσκονται έξω από τα Χανιά, στο δρόμο προς τη Σούδα.

Οι Αναγνωστάκηδες εξόπλισαν το νέο εργοστάσιο με κορυφαία μηχανήματα και σύντομα μετέτρεψαν την επιχείρησή τους σε ανώνυμη εταιρεία, διατηρώντας όμως πλήρως τον έλεγχό της και την οικογενειακή της φιλοσοφία. Βοηθούσε σε αυτό, φυσικά, και ο καθαρά τοπικός χαρακτήρας της. Τα αναψυκτικά «Γεράνι» προορίζονταν για την αγορά των Χανίων και μόνο. Καθώς, όμως, όλο και περισσότεροι επισκέπτες περνούσαν από την όμορφη κρητική πόλη και τα απολάμβαναν, άρχισαν να δέχονται παραγγελίες και από την υπόλοιπη Κρήτη και σύντομα και από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Η συνέχεια ήταν λογική: Το Γεράνι άρχισε να επεκτείνεται εντός, αλλά ακόμη και εκτός Ελλάδας. Η τρίτη γενιά Αναγνωστάκηδων, δηλαδή ο Σοφοκλής, εγγονός του ιδρυτή, βρίσκεται πια στο τιμόνι της επιχείρησης. Η φιλοσοφία του δεν έχει αλλάξει πολύ από εκείνη του παππού του. Προσαρμοσμένη στα δεδομένα της νέας εποχής, όπου στην Ελλάδα μια μεγάλη πολυεθνική κατέχει μόνη της το 80% της αγοράς αναψυκτικών, κατευθύνεται προς την ευρηματικότητα και τη μοναδικότητα. «Το πλεονέκτημα ενός μικρού παίκτη είναι η ευελιξία του», λέει και εξηγεί ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της φίρμας του είναι η σχέση εμπιστοσύνης που χτίζει με τον πελάτη της. Όποιος πήγε φέτος διακοπές στην Κρήτη –και όχι μόνο-, μπορεί να το επιβεβαιώσει. Το Γεράνι βρίσκεται παντού. Πορτοκαλάδες, Λεμονάδες, Γκαζόζες, Μπυράλ, Σόδες, Λάιμ, Τόνικ… Είναι το ελληνικό αναψυκτικό που κάνει την διαφορά

Ο ΚΑΙΡΟΣ

Αναζήτηση στο magazino1

Translate

Αρχειοθήκη ιστολογίου

 
Top